Breaking News
recent

Γιατί στην Ιταλία δεν είναι πρόβλημα ένας μη εκλεγμένος πρωθυπουργός


Παρά τις στρεβλώσεις που προκάλεσε στην Ιταλία η σχεδόν ακατανόητη συμπάθεια των ιταλών πολιτών στο πρόσωπο ενός μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης, δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η ιταλική δεν είναι μια στέρεη δημοκρατία. 

Ακόμη και την εποχή της παντοκρατορίας του Σύλβιο Μπερλουσκόνι, οι θεσμοί της χώρας έδειξαν εξαιρετική αντοχή.
Είναι κάτι που εξηγεί γιατί ένας «μη εκλεγμένος» πρωθυπουργός, ο Μάριο Μόντι, μπορεί να αποσύρει αιφνιδιαστικά την υποψηφιότητα της Ρώμης από τη διεκδίκηση των Ολυμπιακών αγώνων του 2020 ή να φορολογεί ξαφνικά την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας χωρίς να υποχρεώνεται προηγουμένως σε ατέρμονες διαβουλεύσεις με τους αρχηγούς των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνησή του.

Η διαφορά της ιταλικής από την ελληνική κυβέρνηση δεν βρίσκεται στη φύση της συμφωνίας πάνω στην οποία βασίστηκε η συγκρότηση της μίας ή της άλλης αλλά στη διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργούν οι θεσμοί. Η διαφορά αυτή επιτρέπει στον ιταλό πρωθυπουργό να διαχειρίζεται τις τύχες μιας χώρας, ενώ υποχρεώνει τον έλληνα ομόλογό του να διαχειρίζεται τις ιδιοτροπίες ενός πολιτικού συστήματος. Ο πρώτος είναι ελεύθερος να κάνει τη δουλειά που του έχει ανατεθεί από τη Βουλή της χώρας του, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Οι εξουσίες του ίδιου δεν αμφισβητούνται, η κυβέρνησή του δεν χαρακτηρίζεται «ειδικής αποστολής». Ο δεύτερος κινείται εντός του ασφυκτικού πλαισίου που έχει οριστεί από τα κόμματα και η κυβέρνησή του χαρακτηρίζεται «ειδικού σκοπού» από τις ηγεσίες τους, δηλαδή περιορισμένης ευθύνης. Είναι ένα είδος κυβέρνησης που δεν προβλέπεται σε κανέναν καταστατικό χάρτη. Μοιάζει με ένα εφεύρημα, ακόμη ένα τέχνασμα αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος.

Ο Εουτζένιο Σκάλφαρι, ιδρυτής της εφημερίδας La Repubblica, είχε γράψει πριν από μερικές βδομάδες στην εφημερίδα του ότι ο Μάριο Μόντι αποδεικνύεται πολιτικός μεγάλου διαμετρήματος. Είναι μια εκτίμηση που συμμερίζεται μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης και τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης στην Ιταλία. Ο ενθουσιασμός δεν είναι αβάσιμος. Ο Μόντι απεκατέστησε την εικόνα της χώρας στη διεθνή σκηνή, η Ιταλία εμφανίζεται ως αξιόπιστος εταίρος με πλήρη επίγνωση των προβλημάτων του και σαφή άποψη για τη θεραπεία τους. Για να κερδηθεί το στοίχημα της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό και για να εδραιώσει την κυβέρνησή του ως θεσμό, με πλήρεις εξουσίες και όχι σαν θεσμική παρένθεση διαδικαστικού χαρακτήρα, ο ιταλός πρωθυπουργός κατέφυγε σε μερικές εντυπωσιακές κινήσεις που δεν στερούνταν ουσίας.

Μία από αυτές τις ενέργειες ήταν να ανατρέψει την απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης να μοιράσει δωρεάν τις ψηφιακές άδειες στα τηλεοπτικά δίκτυα. Ήταν ένα δώρο που είχε κάνει ο Σύλβιο Μπερλουσκόνι στον εαυτό του και που ο Μάριο Μόντι πήρε πίσω εκ μέρους του ιταλικού κράτους, με το πολύ λογικό επιχείρημα ότι τα κρατικά ταμεία θα ωφεληθούν από την πώληση των αδειών με 2,5 δισ. ευρώ. Ασφαλώς δεν προηγήθηκε καμία διαβούλευση ανάμεσα στους δύο τους ή ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση. Ο Σύλβιο Μπερλουσκόνι κατήγγειλε την ανάκληση της σκανδαλώδους δωρεάς ως προσωπικό χτύπημα, αλλά πάντως δεν απείλησε με άρση της στήριξης που προσφέρει στην κυβέρνηση.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας θα είχε να διδαχθεί πολλά από το ελληνικό πολιτικό σύστημα – από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει τον εαυτό του από τη Δικαιοσύνη έως τον μέχρι ακυβερνησίας έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς την ελληνική κυβέρνηση να προωθεί νομοσχέδια με σκοπό να βάλει τάξη στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, να φορολογεί την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας ή να εγκαταλείπει κάποιο εθνικό «όραμα». Ακόμη και η απόπειρα επιτάχυνσης έκδοσης των διαζυγίων, μια γραφειοκρατική διαδικασία που ταλαιπωρεί χιλιάδες ανθρώπους, σκόνταψε στο αξιακό σύστημα ενός υπουργού. Την ίδια τύχη είχε και το νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά, παρά την τραγωδία που εκτυλίσσεται καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας.

Από αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου περίεργο ότι, στην Ελλάδα, η ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας ταυτίζεται αποκλειστικά με τη διεξαγωγή των εκλογών, ενώ στην Ιταλία επεκτείνεται στην απρόσκοπτη λειτουργία των θεσμών, την προσήλωση στο πνεύμα του Συντάγματος, την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος έτσι όπως εκφράζεται από τους φορείς των συντεταγμένων εξουσιών. Ρυθμιστής του πολιτεύματος δεν είναι οι δημοσκοπήσεις αλλά ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η θέση του Τζόρτζιο Ναπολιτάνο ότι οι πρόωρες εκλογές θα ήταν καταστροφικές σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία για την ιταλική οικονομία απορροφήθηκε χωρίς κραδασμούς από το πολιτικό σύστημα κι έγινε δεκτή ασμένως από την κοινωνία, ακριβώς ως έκφραση υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος. Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν από την ξενοφοβική Λέγκα του Βορρά και την Ιταλία των Αξιών του Αντόνιο ντι Πιέτρο έσβησαν μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Μόντι – και πάντως κανείς δεν μίλησε για κατάλυση της δημοκρατίας. Προ πάντων, κανείς δεν κατηγόρησε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, έναν πρώην κομμουνιστή που διανύει πλέον την ένατη δεκαετία της ζωής του, για έλλειψη αυθεντικών δημοκρατικών πεποιθήσεων. Και στον ιταλικό Τύπο πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να βρει έστω και μισή ανάλυση υπέρ της διεξαγωγής πρόωρων εκλογών ως απαραίτητου πιστοποιητικού δημοκρατικής ομαλότητας.
Ή μήπως οι Ιταλοί δεν διαβάζουν δημοσκοπήσεις;
Chris S

Chris S

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.